Τα ιστορικά δικαιώματα του λαού της Ταϊβάν
Η ιστορία της αποικιοκρατίας στην Ταϊβάν από το 1895 έως την μονοκομματική διακυβέρνηση του Κουομιντάνγκ (KMT) 1945 με 1996 έχει διαμορφώσει μια ταϊβανέζικη ταυτότητα και εμπειρία ξεχωριστή από των Κινέζων της ηπειρωτικής Κίνας. Το πλαίσιο αυτό ακριβώς είναι που αποδίδει στους Ταϊβανέζους, οι οποίοι καταπιέζονταν για πάνω από έναν αιώνα (από τα καθεστώτα της Ιαπωνίας και της ηπειρωτικής Κίνας), το δικαίωμα να αποφασίζουν οι ίδιοι δημοκρατικά για το δικό τους πεπρωμένο, συμπεριλαμβανομένης και της σχέσης τους με την ηπειρωτική Κίνα.
Ο μύθος της «Μίας Κίνας»
Ακόμη και σήμερα, η επίσημη ονομασία του κράτους της Ταϊβάν παραμένει το «Δημοκρατία της Κίνας» (ROC). Πράγματι, σήμερα υπάρχουν δύο «κινεζικές» κυβερνήσεις, έστω και αν η κυβέρνηση στο Πεκίνο -η “Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας” (PRC)- αρνείται να αναγνωρίσει την πραγματικότητα αυτήν. Ωστόσο, πολλοί benshengren (=ιθαγενείς, δηλαδή όσων οι πρόγονοι ήταν στην Ταϊβάν πριν από την ιαπωνική αποικιοκρατία) διαφωνούν με την ονομασία ROC και διεκδικούν την ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Ως εκ τούτου, πιστεύουμε ότι ο λαός της Ταϊβάν πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για το όνομα της χώρας του.
Όπως φαίνεται και από τα τρία κοινά ανακοινωθέντα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας σχετικά με το ζήτημα της κυριαρχίας της Ταϊβάν, καμία από τις δύο αυτές πλευρές δεν σέβεται τις επιθυμίες του λαού της Ταϊβάν. Και οι δύο πλευρές παραβιάζουν τις πιο θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας. Η Κίνα διατείνεται πως και οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει στο ότι «η κυριαρχία της Ταϊβάν ανήκει στην ΛΔΚ». Ωστόσο, από το ίδιο το κείμενο, και τις επακόλουθες διευκρινίσεις των ΗΠΑ, αυτό που αποσαφηνίζεται είναι ότι οι ΗΠΑ απλώς «γνωρίζουν πως και οι δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν θεωρούν την Ταϊβάν ως τμήμα της Κίνας», και όχι ότι «η Ταϊβάν ανήκει στην ΛΔΚ». Οι δύο αυτές θέσεις είναι διαφορετικές. Και μετά την καθιέρωση διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ το 1979, οι ΗΠΑ αναγνώρισαν ότι η ΛΔΚ αντιπροσωπεύει την «Κίνα». Ωστόσο, δεν άλλαξαν ουσιαστικά τη θέση τους σχετικά με την κυριαρχία επί της Ταϊβάν. Έτσι, οι ΗΠΑ και η Κίνα διαφωνούν ως προς το ποιος πρέπει να έχει την κυριαρχία στην Ταϊβάν.
Ωστόσο, με την καθιέρωση διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, οι ΗΠΑ διέκοψαν ταυτόχρονα τις διπλωματικές τους σχέσεις με την Ταϊβάν, ωθώντας και άλλες χώρες να διακόψουν τις σχέσεις τους με τη “Δημοκρατία της Κίνας” και να καθιερώσουν αντ' αυτού σχέσεις με το Πεκίνο. Και οι διεθνείς σχέσεις της Ταϊβάν συνέχισαν να συρρικνώνονται απέναντι στη ραγδαία άνοδο ισχύος της Κίνας στη διεθνή σκηνή. Σήμερα, η Ταϊβάν διατηρεί διπλωματικές σχέσεις μόνο με 11 μικρές χώρες (μέλη του ΟΗΕ).
Η ιστορική εξέλιξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και της Δημοκρατίας της Κίνας
Πρέπει όμως πρώτα να εξετάσουμε το καθεστώς της «Ταϊβάν», δηλαδή της «Δημοκρατίας της Κίνας», από τη σκοπιά του ταϊβανέζικου λαού, όχι από εκείνη των κινεζικών, αμερικανικών ή άλλων κυβερνήσεων. Και η οπτική αυτή πρέπει να εξετάζεται ανεξάρτητα, σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές και με το πρίσμα της ιστορίας των πολιτικών εξελίξεων και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν.
Η ΛΔΚ (Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας) ιδρύθηκε το 1949, όταν το ΚΜΤ (Κουομιντάνγκ), του οποίου η διαφθορά και ο αυταρχισμός είναι παγκοίνως γνωστά, αναδιπλώθηκε στην Ταϊβάν. Εκείνη την εποχή, τα αντικαπιταλιστικά και προοδευτικά κινήματα παγκοσμίως έβλεπαν τη ΛΔΚ ως σύμβολο της επαναστατικής προόδου. Έτσι, απέρριπταν σε μεγάλο βαθμό το καθεστώς της Ταϊπέι και υποστήριζαν την επανένωση της Ταϊβάν μέσα στη ΛΔΚ. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο η ΛΔΚ αντιμετωπίζει τον πληθυσμό του νησιού γίνεται όλο και πιο αντιδραστικός, ήδη πριν από το 1979, αλλά κυρίως μετά. Την ίδια περίοδο, στην Ταϊβάν, η μονοκομματική δικτατορία τελειώνει και ο λαός της απολαμβάνει πλέον βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, ειδικά την ελευθερία να διαμαρτύρεται ενάντια στις αδικίες της κυβέρνησης (κάτι που δεν ισχύει καθόλου στην ηπειρωτική Κίνα). Έτσι, η πολιτική πραγματικότητα στα στενά της Ταϊβάν σήμερα είναι πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Το ΚΜΤ έχασε τελικά την εξουσία το 2000, κάτω από την πίεση μαζικών κινημάτων εκτός του κόμματος. Έτσι, μια στρατιωτική επανένωση της Ταϊβάν από την ΛΔΚ δεν θα ήταν παρά απλώς μια αντιδραστική δικτατορία που θα κατακτούσε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία (ακόμη και με τους περιορισμούς της), εξαλείφοντας τα βασικά πολιτικά δικαιώματα του λαού της Ταϊβάν, ειδικά το δικαίωμά του στην κοινωνική διαμαρτυρία.
Ιστορικά, η Κίνα την εποχή του Μάο φαινόταν να πηγαίνει προς μια αντικαπιταλιστική πορεία, αντίθετα από το καθεστώς του ΚΜΤ στην Ταϊβάν, που εξελίχθηκε σε ένα αυταρχικό καπιταλιστικό καθεστώς εξαρτημένο σε μεγάλο βαθμό από τη Δύση. Όμως, ο αντικαπιταλισμός δεν σηματοδοτεί πάντα μια συνεχή μετάβαση προς το σοσιαλισμό. Η ΛΔΚ είχε ήδη εκφυλιστεί σε μια διακυβέρνηση μιας προνομιούχας κλίκας γραφειοκρατών, που εξυπηρετούσε μόνο τον εαυτό της και προκαλούσε θανάτους και πόνο σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Όταν η ΛΔΚ αποκατέστησε πλήρως τον καπιταλισμό, επί Ντενγκ Χσιαοπίνγκ, τα δύο καθεστώτα πλέον, και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν, είχαν πλέον ομογενοποιηθεί ως προς τον ταξικό τους χαρακτήρα, δηλαδή καπιταλιστικά. Δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί ότι ο ταξικός χαρακτήρας της Κίνας θα ήταν πιο προοδευτικός από αυτόν της Ταϊβάν. Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι η ΛΔΚ έχει γίνει ακόμη πιο ολοκληρωτική, αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπήρχε τίποτα το προοδευτικό σε μια στρατιωτική εισβολή και κατάκτηση της Ταϊβάν. Για να μην αναφέρουμε καν ότι η ΛΔΚ αγνοώντας τις επιθυμίες του ίδιου του ταϊβανέζικου λαού διαπράττει το μέγιστο αμάρτημα μιας μεγάλης χώρας που καταπιέζει μια μικρότερη.
Υπάρχει και μια άλλη αντίληψη στη διεθνή κοινότητα, καθώς μερικοί θεωρούν πως η κρίση στα Στενά της Ταϊβάν είναι απλώς ένας πόλεμος δια αντιπροσώπων στον ανταγωνισμό ηγεμονίας μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η Ταϊβάν δεν έχει άλλη σημασία παρά μόνο στο πλαίσιο της γεωπολιτικής, ακριβώς σαν ένα ορεκτικό σε σχέση με το κυρίως πιάτο ενός γεύματος: οι επιθυμίες της ίδιας της Ταϊβάν μπορούν να αγνοηθούν. Αυτή είναι μια ιμπεριαλιστική οπτική, που δεν μπορεί να υιοθετηθεί χωρίς να παραβλεφθούν εντελώς τα θεμιτά δικαιώματα των 23 εκατομμυρίων Ταϊβανέζων.
Η αντίληψη της ΛΔΚ για το κινεζικό έθνος
Η σοβινιστική στάση της ΛΔΚ απέναντι στην Ταϊβάν πηγάζει άμεσα από τη θεωρία της για το «κινέζικο έθνος». Η ΛΔΚ έχει κληρονομήσει άμεσα τον ισχυρισμό του ΚΜΤ ότι «οι πέντε εθνικές ομάδες είναι μία» και δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνικών μειονοτήτων. Δεν αναγνωρίζει άλλωστε ούτε το δικαίωμα των εθνικών μειονοτήτων σε απόσχιση από το «κινέζικο έθνος» αν καταπιέζονται μετά την ένταξή τους σε αυτό. Η σοβινιστική της αλαζονεία εκδηλώνεται με την πλήρη παράλειψη των αυτόχθονων πληθυσμών της Ταϊβάν στα επίσημα έγγραφά της: οι πληθυσμοί αυτοί δεν ανήκουν στην εθνότητα Χαν και δεν αποτέλεσαν ποτέ τμήμα της αντίληψης του κινεζικού έθνους. Αυτή η θέση, έτσι, προδίδει και μια από τις βασικές αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) που υπήρχε έως και τη δεκαετία του 1930, η οποία «αναγνωρίζει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των μειονοτήτων της Κίνας». Και πράγματι, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ταϊβάν υποστήριζε την ανεξαρτησία της Ταϊβάν πριν αυτό εξοντωθεί από το ΚΜΤ. Σήμερα, η ΛΔΚ έχει εξαφανίσει αυτή την πλευρά της ιστορίας της. Η αντίληψη αυτή για το “κινεζικό έθνος” είναι εξίσου αντιδραστική με τον ισχυρισμό του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν ότι «Ρωσία και Ουκρανία είναι ένα και το αυτό» (μια αρχή για να δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία). Και οι δύο αυτές διατυπώσεις πρέπει να καταπολεμηθούν.
Η ΛΔΚ κατηγορεί τον ταϊβανέζικο λαό ότι τρέφει «αποσχιστικά» συναισθήματα. Όμως, η ΛΔΚ δεν έχει κυβερνήσει ποτέ την Ταϊβάν, και η απόσχιση της Ταϊβάν από την Κίνα συνέβη πριν από πολύ καιρό. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Δημοκρατία της Κίνας προηγήθηκε της ΛΔΚ, που εμφανίστηκε 38 χρόνια αργότερα. Ανεξάρτητα μάλιστα από την οπτική γωνία του καθενός, η απόσχιση της Ταϊβάν από την Κίνα αποτελεί ιστορικό γεγονός. Εάν η ΛΔΚ θεωρεί πραγματικά τους Ταϊβανέζους ως «συμπατριώτες», πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει την ιστορία και την πραγματικότητα αυτήν ως βάση για διάλογο με την κυβέρνηση της Ταϊβάν, αντί να επιβάλλει στον λαό της Ταϊβάν τον μύθο ότι «η Ταϊβάν ανήκει στην Κίνα από την αρχαιότητα».
Δύο είδη ειρηνιστικού κινήματος
Επομένως, αντιτιθέμεθα στην ένοπλη επανένωση της ΛΔΚ και υποστηρίζουμε τον διάλογο μεταξύ των δύο κυβερνήσεων. Ο λαός της Ταϊβάν έχει εκλέξει την κυβέρνηση του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP). Επομένως, αν η ΛΔΚ σέβεται καθόλου την κοινή γνώμη, θα πρέπει να αφήσει κατά μέρος την αλαζονεία της, να δώσει προτεραιότητα στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις και να εγκαταλείψει κάθε προοπτική ένοπλης επανένωσης. Βέβαια, οι πληθυσμοί και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν δεν μπορούν να περιμένουν από την ΛΔΚ να υποχωρήσει οικειοθελώς και πρέπει να προετοιμαστούν αναλόγως. Ο λαός της ηπειρωτικής Κίνας πρέπει να κινητοποιηθεί σε ένα ειρηνικό κίνημα της κοινωνίας των πολιτών, απαιτώντας διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών των Στενών και αντιτιθέμενος στην ένοπλη επανένωση. Αν και ο χώρος για συλλογική δράση είναι πολύ περιορισμένος στην ηπειρωτική Κίνα λόγω του ολοκληρωτικού καθεστώτος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν πολλοί Κινέζοι και κινέζοφωνοι φοιτητές και άλλοι που ζουν στο εξωτερικό. Η διασπορά αυτή μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος ειρήνης: εάν αυτές οι ιδέες ριζώσουν σε αυτές τις κοινότητες, μπορεί να σπάσουν τον αποκλεισμό των μέσων ενημέρωσης της ΛΔΚ και να πυροδοτήσουν ιδέες μεταξύ των ανθρώπων στην πατρίδα.
Υπάρχει ένα είδος ειρηνιστικού κινήματος που εστιάζει περισσότερο στο να καλεί τον λαό της Ταϊβάν να μην προκαλεί τη ΛΔΚ και να απορρίπτει τα όπλα από τις ΗΠΑ, λέγοντάς τους να καθίσουν και να περιμένουν με την ελπίδα μιας μόνιμης ειρήνης. Ωστόσο, αυτό δεν παίρνει καθόλου υπόψη του πως ο ρεβανσισμός της ΛΔΚ δεν είναι νόμιμος στην ουσία του. Η όλη έννοια του «συνολικού κινέζικου έθνους» είναι εντελώς λαθεμένη, καθώς παραβιάζει τη βασική αρχή ότι οι εθνότητες έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν τη δική τους ταυτότητα και οι εθνικές μειονότητες έχουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Το πλαίσιο αυτό επομένως δεν αποτελεί γνήσια ειρήνη, αλλά μια χωρίς αρχές υποταγή στον αυταρχισμό και στον επεκτατισμό της ΛΔΚ.
Γιατί η Ταϊβάν έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα
Μια ένοπλη επανένωση της Ταϊβάν από την ΛΔΚ θα ήταν ένας άδικος πόλεμος -μια εισβολή. Επομένως, αν και πρέπει να υποστηρίζουμε τις εκκλήσεις για ειρήνη στην Ταϊβάν τώρα, αναγνωρίζουμε επίσης ότι η Ταϊβάν είναι ένα ασθενέστερο έθνος που απειλείται με βία από έναν ισχυρότερο γείτονα. Έτσι, αν ο λαός της Ταϊβάν επιλέξει να προετοιμαστεί για πόλεμο και αποφασίσει να πολεμήσει σε περίπτωση πολέμου, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Για ένα καταπιεσμένο έθνος, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της έκκλησης για ειρήνη και της προετοιμασίας για αντίσταση. Η Ταϊβάν έχει το δικαίωμα να αγοράζει όπλα από άλλες χώρες, ακόμα και από ανταγωνιστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, για να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Εμείς, που είμαστε εκτός Ταϊβάν, σεβόμαστε τη δημοκρατική απόφαση του λαού της Ταϊβάν να προετοιμαστεί για πόλεμο ή/και να αντισταθεί. Αυτό αποτελεί φυσική επέκταση του σεβασμού του δικαιώματος της Ταϊβάν στην αυτοδιάθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς, ως εξωτερικοί παρατηρητές, πρέπει να ενθαρρύνουμε άμεσα την Ταϊβάν να προετοιμαστεί για πόλεμο και να αντισταθεί: αναγνωρίζοντας την αρχή ότι έχουν το δικαίωμα να το κάνουν, αναγνωρίζουμε επίσης ότι έχουν την ελευθερία να μην ασκήσουν αυτό το δικαίωμα (π.χ. να μην προετοιμαστούν για πόλεμο ή να μην αντισταθούν, και να αποδεχθούν τους όρους της ΛΔΚ). Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα της Ταϊβάν να προετοιμαστεί για πόλεμο, να αντισταθεί ή να αγοράσει όπλα, χωρίς απαραίτητα να συμφωνούμε ότι θα ήταν πάντα συνετό για την Ταϊβάν να ασκεί ένα τέτοιο δικαίωμα. Ωστόσο, είτε η απόφαση της Ταϊβάν είναι φρόνιμη είτε όχι, μπορούμε ακόμα και να την επικρίνουμε διατηρώντας όμως ταυτόχρονα καθαρά την αντίληψη πως είναι μόνο ο ίδιος ο λαός της Ταϊβάν που νομιμοποιείται να πάρει τις σχετικές αποφάσεις.
Οι θεμελιακές αυτές δημοκρατικές αρχές παραμένουν οι ίδιες ακόμη και αν αλλάξει το κυβερνών κόμμα. Όποιο κόμμα και αν έρθει στην εξουσία μετά από εκλογές, εφόσον οι εκλογές είναι πραγματικά δίκαιες και εφόσον η συμπεριφορά του μετά την ανάληψη της εξουσίας δεν παραβιάζει την κυριαρχία και τη βούληση του λαού της Ταϊβάν, το κυβερνών κόμμα μπορεί να θεωρηθεί ως πάνω - κάτω αντιπροσωπευτικό της κοινής γνώμης και έχει το δικαίωμα να ασκήσει, αν χρειαστεί, το δικαίωμα της προετοιμασίας για πόλεμο και της αυτοδιάθεσης. Αυτό δεν είναι το ίδιο με το να αναγνωρίζουμε ότι οι αποφάσεις του κυβερνώντος κόμματος είναι πάντα σωστές. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ένας «εκλογικός αυταρχισμός»· όπως το είπε κάποτε ο Τόμας Πέιν, η κυβέρνηση είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ένα «αναγκαίο κακό». Το κράτος, ως εξειδικευμένος θεσμός εξαναγκασμού και βίας, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε τυραννική δύναμη που να παρακάμπτει τη βούληση του λαού. Και η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη πιο επικίνδυνη όταν η κρατική εξουσία συνδυαστεί με πολυεθνικά κέντρα. Για αυτό και πρέπει να προφυλασσόμαστε από κάθε κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της κυβέρνησης και να τονίζουμε ότι η υποστήριξη της προετοιμασίας ενός κυβερνώντος κόμματος για πόλεμο ενάντια σε ξένη εισβολή δεν είναι το ίδιο με την πολιτική υποστήριξη του κόμματος αυτού. Οι δύο αυτές πτυχές πρέπει να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά.
Για την ειρήνη στην Ανατολική Ασία· Ενάντια στον αμερικανικό μιλιταρισμό
Όλα τα πράγματα έχουν τα όριά τους. Πρώτον, σε αυτό το στάδιο, ίσως είναι σκόπιμο για την Ταϊβάν να δώσει έμφαση στην ειρήνη και σέναν άνευ όρων διάλογο, έστω και προετοιμαζόμενη διακριτικά για αντίσταση. Δεύτερον, στα ζητήματα εθνικής άμυνας, η κυβέρνηση πρέπει να επιδείξει αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας υπερβολικά μέτρα και σεβόμενη τα πολιτικά δικαιώματα του λαού. Επίσης, δεν πρέπει να υποθάλπει έναν εθνικισμό που να αποκλείει “τους άλλους” ή και δυσφημίζοντας τον κινεζικό λαό, πράγμα που θα πρόσφερε στην Κίνα μια δικαιολογία για να δαιμονοποιεί περαιτέρω τον αγώνα της. Τέλος, η στρατηγική για την υπεράσπιση της Ταϊβάν πρέπει να συνυπολογίζει τόσο την πολιτική διάσταση όσο και την στρατιωτική άμυνα, και όχι μόνο την τελευταία. Όσο περισσότερο η Ταϊβάν ενισχύει τη δημοκρατία της και προστατεύει τα μέσα διαβίωσης του λαού της, ακόμα και προετοιμαζόμενη για πόλεμο, τόσο περισσότερο θα ενισχύει την πολιτιστική της επιρροή στη διεθνή σκηνή. Στην ίδια την Κίνα, υπάρχουν πολλοί δυνητικά συμπαθούντες της Ταϊβάν τόσο στην κοινωνία των πολιτών όσο και μέσα στο κόμμα-κράτος, ακόμη και μέσα στον στρατό. Το να κερδηθεί η στήριξη όλων αυτών των στοιχείων, καθώς και φυσικά και η εκμετάλλευση τυχόν ρωγμών εντός του κόμματος που δημιουργεί η προσωπική δικτατορία του Σι Τζινπίνγκ, θα ήταν επωφελή για τους συμμάχους της Ταϊβάν τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, είναι ακόμη πιο σημαντικό να γνωρίζουμε τα όριά μας. Πρέπει να αντιταχθούμε στην εγκατάσταση αμερικανικής στρατιωτικής βάσης ή και κέντρου διοίκησης στην Ταϊβάν, καθώς και σε οποιαδήποτε προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν οι πολεμικές προετοιμασίες της Ταϊβάν ως δικαιολογία για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων (όπως το είχε επιχειρήσει κάποτε ο Τσιάνγκ Κάι-σεκ). Οποιαδήποτε προετοιμασία για ατομικό πόλεμο θα μπορούσε να μετατρέψει τον πόλεμο αυτοάμυνας σε έναν μεγάλο πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Σε έναν πόλεμο αυτής της κλίμακας, η ζημιά στο νησί της Ταϊβάν θα ήταν απολύτως καταστροφική. Επομένως, οι πολεμικές προετοιμασίες της Ταϊβάν πρέπει να έχουν ορισμένα όρια. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για οποιαδήποτε ένδειξη κλιμάκωσης από έναν πόλεμο αυτοάμυνας σε πιο καταστροφικές διαστάσεις. Διαφορετικά, ο αντίκτυπος θα επεκταθεί πολύ πέρα από τα Στενά της Ταϊβάν και θα επηρεάσει όλους τους λαούς της Ανατολικής Ασίας στο σύνολό τους, οι οποίοι επίσης το δικαίωμα να ανησυχούν για την ασφάλειά τους. Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Οκινάουα στην Ιαπωνία, οι οποίοι, εκτός από την πικρή εμπειρία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, υποφέρουν εδώ και οκτώ δεκαετίες από τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, κινητοποιούνται επίσης για την ειρήνη στην Ασία και έχουν επίσης κάθε δικαίωμα να εκφράσουν τη γνώμη τους και να δράσουν στην κρίση των Στενών της Ταϊβάν. Επίσης πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η επιθετικότητα των ΗΠΑ ενάντια στην Κίνα βασίζεται και τροφοδοτεί και μια μακρά παράδοση σινοφοβίας, η οποία στοχοποιεί τις κινεζικές και άλλες ασιατικές κοινότητες. Επομένως, είναι ακόμη πιο σημαντικό το να αντιταχθούμε σθεναρά σε κάθε μορφή αποκλεισμού απέναντι στον κινεζικό λαό στην πάλη της Ταϊβάν για αυτοδιάθεση.
Η αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας και το δικαίωμα της Ταϊβάν στην αυτοάμυνα
Ορισμένοι «ειρηνιστές» αντιτίθενται στο δικαίωμα της Ταϊβάν να προετοιμάζεται για πόλεμο και να αγοράζει όπλα από ξένες χώρες. Η επιχειρηματολογία τους μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε τρεις τύπους. Ο πρώτος βασίζεται στην επιθυμία να αποφευχθεί η κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ στο ζήτημα της Ταϊβάν, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμάκωση του δια-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, ακόμη και ώς τον πόλεμο. Ο δεύτερος βασίζεται σε μια απόλυτη αντίθεση στην ηγεμονία των ΗΠΑ και στον στρατιωτικό ανταγωνισμό. Ο τρίτος υποστηρίζει ότι μόνο οι ΗΠΑ είναι ιμπεριαλιστικές, όχι η Κίνα, και έτσι αντιτάσσεται στις ΗΠΑ ενώ υποστηρίζει την Κίνα. Κάθε μία από αυτές τις απόψεις έχει το δικό της επίκεντρο και τις δικές της σκοτεινές ζώνες, αλλά όλες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Πιστεύουμε ότι, πρώτα απ' όλα, είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ ισχυρότερων και ασθενέστερων εθνών. Η σύγχυση των δύο είναι εγγενώς παραπλανητική. Ως ηγεμονική δύναμη, η Κίνα επιβάλλει τη δύναμή της στο ασθενέστερο έθνος της Ταϊβάν. Η απειλή της Κίνας να επιβάλει με τα όπλα την ενοποίηση αποτελεί εγγενώς πράξη εκφοβισμού των αδύναμων και πρέπει να της αντιταχθούμε. Δεν μπορεί κανείς να στερήσει από την Ταϊβάν το δικαίωμα στην αυτοάμυνα μόνο και μόνο λόγω ενδεχόμενης αμερικανικής παρέμβασης. Δεύτερον, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στην αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας, οι ΗΠΑ αποτελούν πιο σημαντική απειλή από την Κίνα, οπότε για να υποστηριχτεί το Πεκίνο αναγκαστικά πρέπει να εγκαταλειφθεί η στήριξη της Ταϊβάν ως πολιτικής οντότητας. Όμως, η Κίνα είναι πυρηνική δύναμη, είναι η μεγαλύτερη εμπορική δύναμη στον κόσμο, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως και είναι και η δεύτερη μεγαλύτερη σε στρατιωτικές δαπάνες. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί πειστικά ότι η απειλή της Κίνας για τους λαούς του κόσμου θα είναι πάντα αμελητέα στο μέλλον; Ο στρατός της Κίνας μπορεί να είναι κατώτερος από αυτόν των ΗΠΑ, όμως η απειλή που αυτός αντιπροσωπεύει, ειδικά για την Ταϊβάν, μπορεί να μην είναι καθόλου μικρότερη. Υπάρχει επίσης και μια πολιτική διάσταση: Αν ο Τραμπ είναι αυταρχικός και πολεμοχαρής, ωστόσο υπάρχουν ακόμα στις ΗΠΑ περιθώρια για τα κοινωνικά κινήματα από τα κάτω να ελέγξουν την εξουσία του και να υπερασπιστούν ορισμένες θεσμικές και μη θεσμικές πραγματικές διαδικασίες και ισορροπίες. Αντίθετα, η Κίνα έχει ήδη επιβάλει ένα αυταρχικό καθεστώς, με ελάχιστο περιθώριο στη διαφωνία, πόσο μάλλον σε οργανωμένη αντίσταση. Αν ο Σι ξεκινούσε έναν πόλεμο, δεν θα υπήρχε κανείς να τον σταματήσει, και θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για τα αντιπολεμικά κινήματα να αναδυθούν και να οργανωθούν στην Κίνα απ’ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι τρεις παραπάνω απόψεις αντιτίθενται όλες, σε διαφορετικό βαθμό, στο δικαίωμα της Ταϊβάν στην αυτοάμυνα λόγω του ενδεχομένου μιας αμερικανικής παρέμβασης. Ωστόσο, αυτή η απλοϊκή προσέγγιση είναι υπερβολικά χονδροειδής για να συλλάβει τις πολύπλοκες αποχρώσεις της γεωπολιτικής, ειδικά τις σχέσεις ανάμεσα στην κορυφαία ιμπεριαλιστική δύναμη του κόσμου και στα σχεδόν 200 άλλα έθνη. Υπερασπιζόμενοι τη δημοκρατία και την ειρήνης, εμείς αντιτασσόμαστε σε κάθε ηγεμονική χώρα που εμπλέκεται σε στρατιωτικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, οι διεθνείς σχέσεις είναι εξαιρετικά πολύπλοκες. Σε ορισμένες περιόδους και σε ορισμένα μέρη, η ανάγκη αυτοάμυνας μικρότερων χωρών μπορεί να συμπέσει και να διασταυρωθεί με τα σχέδια διαφορετικών ιμπεριαλιστών, κάτι που δεν είναι ασυνήθιστο. Σε αυτό το πλαίσιο, ασθενέστερες χώρες μπορεί να αγοράζουν όπλα από άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη το οποίο θα αποφέρει κάποιο κέρδος στην τελευταία. Ωστόσο, η επιβίωση μιας ασθενέστερης χώρας που αντιμετωπίζει πόλεμο από μια αντίπαλη ιμπεριαλιστική δύναμη είναι ένα κέρδος που αντισταθμίζει κατά μία έννοια αυτή τη ζημιά. Φυσικά, μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, οι ΗΠΑ είναι ισχυρότερος ιμπεριαλιστής από την Κίνα. Ωστόσο, μεταξύ της Κίνας και της Ταϊβάν, η Κίνα είναι ισχυρότερη από την Ταϊβάν και αντιμετωπίζει επίσης διάφορες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας με αλαζονεία (όχι και τόσο διαφορετική από των ΗΠΑ). Οι παραπάνω αντιλήψεις επικεντρώνονται αποκλειστικά στους κινδύνους από τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας, αγνοώντας ότι η ένοπλη ενοποίηση της Ταϊβάν από την Κίνα θα ήταν επίσης καταστροφική για τον κόσμο. Εάν το Πεκίνο καταφέρει να ενσωματώσει με τη βία την Ταϊβάν, αυτό θα την ενθαρρυνθεί ακόμη περισσότερο στο να εκφοβίζει και άλλες μικρές χώρες. Επίσης θα ενισχύσει περαιτέρω τις ιμπεριαλιστικές του τάσεις, ακριβώς στον ανταγωνισμό του με τις ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή, κάτι που θα επιδεινώσει τους κινδύνους ενός παγκόσμιου πολέμου αντί να τους μετριάσει. Πρέπει επομένως να αντιμετωπίσουμε και τα δύο αυτά ζητήματα μαζί. Σε σχέση με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας, επιμένουμε στην ανάγκη να αντιταχθούμε στον στρατιωτικό ανταγωνισμό μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, σε σχέση με την κυριαρχία της Κίνας επί της Ταϊβάν, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε το δικαίωμα της Ταϊβάν στην αυτοάμυνα.
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Λένιν παρατηρούσε ότι η τσαρική Ρωσία ήταν ταυτόχρονα υποταγμένη στον βρετανικό και τον γαλλικό ιμπεριαλισμό στη διεθνή σκηνή, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε η ίδια την κύρια απειλή για τις εθνικές μειονότητες στις περιφέρειές της, όπως οι Πολωνοί. Εκείνη την εποχή, τα ειρηνιστικά κινήματα αμφισβητούσαν την ευρωπαϊκή ηγεμονία, αλλά και καταπολεμούσαν ταυτόχρονα και κάθε εκδήλωση μεγαλορωσικού σοβινισμού στις περιφέρειες της Ρωσίας. Η δική μας διπλή προσέγγιση στην αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας και στην αυτοάμυνα της Ταϊβάν εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό. Αυτό σημαίνει επίσης ότι υποστηρίζουμε και όλα τα άλλα τοπικά ειρηνιστικά κινήματα που αντιτίθενται στη χρήση της Ταϊβάν από τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές ως πρόσχημα για την εντατικοποίηση του στρατιωτικού ανταγωνισμού. Υποστηρίζουμε τα λαϊκά αντιπολεμικά και ειρηνιστικά κινήματα στην Οκινάουα, στη Νότια Κορέα, στις Φιλιππίνες και στην ηπειρωτική Κίνα. Καλούμε επίσης αυτά τα αντιπολεμικά και ειρηνιστικά κινήματα στην Ανατολική Ασία να παρέμβουν ενεργά και να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε κάθε εκφοβιστική συμπεριφορά των μεγάλων χωρών έναντι των μικρών, σε περίπτωση κρίσης στα Στενά της Ταϊβάν.
De Facto ή De Jure Ανεξαρτησία;
Η Ταϊβάν είναι πολύ μικρή (μόνο το ένα δέκατο έκτο του μεγέθους της Ουκρανίας) για να ξεκινήσει ένας μεγάλος στρατιωτικός πόλεμος, πόσο μάλλον μακροπρόθεσμος ή/και πυρηνικός. Ωστόσο, ακόμα και πολιτικές κινήσεις θα μπορούσαν να εντείνουν την πιθανότητα ένοπλης σύγκρουσης, όπως αν η Ταϊβάν εγκαταλείψει την ονομασία “Δημοκρατίας της Κίνας” και υιοθετήσει επισήμως το “Δημοκρατία της Ταϊβάν”, το οποίο θα λειτουργούσε ως de jure ανεξαρτησία. Παρόλο που υποστηρίζουμε το δικαίωμα του λαού της Ταϊβάν στην αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακόμα και στην ανεξαρτησία, δεν θα ήταν ωστόσο φρόνιμη η διακινδύνευση μιας σοβαρής κλιμάκωσης στην επιδίωξη της de jure ανεξαρτησίας, δεδομένης της ανισότητας ισχύος μεταξύ των δύο πλευρών των Στενών της Ταϊβάν. Εάν το DPP διατηρήσει την κρατική ονομασία «ROC» (Δημοκρατία της Κίνας), παρέχοντας λιγότερες αφορμές στην Κίνα για ένοπλη επανένωση, θα ήταν πιο πιθανό η Ταϊβάν να κερδίσει διεθνή υποστήριξη. Παρόλο που το πρόγραμμα του DPP, η «Απόφαση για το Μέλλον της Ταϊβάν» (1999), δήλωνε ότι η ROC έχει ήδη «στην πραγματικότητα καταστεί κυρίαρχο και ανεξάρτητο δημοκρατικό κράτος», αυτή η κυριαρχία δεν περιλαμβάνει την ηπειρωτική Κίνα (εκτός από τα τρία μικρά νησιά Penghu, Kinmen και Matsu). Αυτή η θέση καθιστά σαφές ότι το DPP δεν επιδιώκει την de jure ανεξαρτησία της Ταϊβάν, αλλά μάλλον τη διατήρηση της de facto ανεξαρτησίας της. Καθιστά επίσης σαφές ότι, παρόλο που η ονομασία της χώρας είναι ROC, τα εδαφικά όρια της Ταϊβάν έχουν ήδη αποκλείσει την ηπειρωτική Κίνα και, επομένως, αυτή η «Κίνα» δεν έχει πλέον εδαφικές διαφορές με την κυβέρνηση του Πεκίνου.
Υποστήριξη της αυτοδιάθεσης της Ταϊβάν και αντίθεση στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό
Παρόλο που οι ΗΠΑ επιδεικτικά υπερασπίζονται την Ταϊβάν, ωστόσο δεν σέβονται πραγματικά το δικαίωμα του λαού της Ταϊβάν στην αυτοδιάθεση και, για αυτό, μάλιστα, συγκλίνουν με την ΛΔΚ στην καταστολή την ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Εξάλλου, προστατεύουν την Ταϊβάν κυρίως για τα δικά τους συμφέροντα, όχι για τον λαό της Ταϊβάν. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης υιοθετήσει μια στάση «στρατηγικής αμφισημίας»: με άλλα λόγια, παραμένει ασαφές αν θα προστρέξουν πραγματικά σε βοήθεια της Ταϊβάν σε περίπτωση πολέμου μεταξύ των δύο πλευρών των Στενών. Αυτή η παραπλανητική στάση μεγιστοποιεί τη δική τους ευελιξία, αποθαρρύνοντας τις δύο πλευρές από απερίσκεπτες κινήσεις -και, έτσι, πετυχαίνοντας με μια κίνηση δύο στόχους. Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, η τύχη των Στενών της Ταϊβάν δεν ήταν ποτέ πιο αβέβαιη και επικίνδυνη. Η αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας κυριαρχεί όλο και περισσότερο στο προσκήνιο της γεωπολιτικής, με τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών των Στενών να αποτελούν βασικό σημείο ανάφλεξης. Αυτή η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δυσμενής για την Ταϊβάν. Σε αυτές τις συνθήκες, υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη για όλες τις χώρες της Ανατολικής Ασίας -εκτός της Ταϊβάν-, για τις ΗΠΑ και για τα διάφορα κινήματα ειρήνης να υπερασπιστούν τη Ταϊβάν, κάτι που πρέπει να ξεκινάει με την αναγνώριση του δικαιώματος της Ταϊβάν στην αυτοδιάθεση.
Η Ταϊβάν βρίσκεται εγκλωβισμένη μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, και ακόμη και αν το ίδιο το νησί ακολουθήσει την καλύτερη δυνατή διαγωγή, είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ότι οι δύο πυρηνικά εξοπλισμένες χώρες δεν θα εμπλακούν σε πόλεμο μεταξύ τους. Ανεξάρτητα από το αν η Ταϊβάν υπάρχει ή όχι, όταν ο ενδο-ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός φτάσει σε ένα ορισμένο επίπεδο, ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου θα αυξηθεί. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εμείς που αγωνιζόμαστε για την ειρήνη σε όλο τον κόσμο πρέπει να εντείνουμε την αντίθεσή μας στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, να υποστηρίξουμε τον παγκόσμιο πυρηνικό αφοπλισμό και τη μείωση των όπλων σε παγκόσμιο επίπεδο, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ευρώπη, που βρίσκονται στη ρίζα των παγκόσμιων ανταγωνισμών.
22 Ιουλίου 2025
Μετάφραση: ΤΠΤ – “4”