Ανακοίνωση του Ρεύματος «Al-Mounadil-a»
Ο προσωρινός απολογισμός των θυμάτων της τραγωδίας στα περίχωρα της Θέουτα ξεπερνά τους εξήντα νεκρούς, θύματα της αναγκαστικής μετανάστευσης. Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με έναν συμβατικό πόλεμο όπου πέφτουν οβίδες και ακούγονται πυροβολισμοί, αλλά με έναν καθημερινό κοινωνικό πόλεμο, φαινομενικά σιωπηλό, αιματηρό όμως στις συνέπειές του, που πλήττει τις ζωές των πιο φτωχών και ωθεί τους νέους να διακινδυνεύουν τη ζωή τους ακόμα και με θάνατο.
Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων θα είναι αναμφίβολα μεγαλύτερος από αυτόν που ανακοινώθηκε. Όσο για τους τραυματίες, τους αγνοούμενους και τους επιζώντες, που θα φέρουν τα σημάδια αυτού του τραύματος μέχρι το τέλος της ζωής τους, καθώς και για τις μητέρες των οποίων η καρδιά ράγισε από την απώλεια των παιδιών τους, καμία στατιστική δεν αποτυπώνει την τραγωδία τους, και καμία επίσημη δήλωση δεν τολμά να αναγνωρίσει το μέγεθός της.
Το θεμελιώδες ερώτημα δεν είναι: «Πώς πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι;», αλλά: «Γιατί ωθήθηκαν, εξ αρχής, προς αυτό το πεπρωμένο;»
Ποιος είναι υπεύθυνος για αυτή την κοινωνική σφαγή που συνεχίζεται εδώ και χρόνια; Ποιος είναι υπεύθυνος για το γεγονός ότι η θάλασσα ξεβράζει τα πτώματα το ένα μετά το άλλο, και ότι τα δίχτυα των ψαράδων ανασύρουν τα σώματα των πνιγμένων αντί να φέρνουν τους καρπούς της θάλασσας; Ποιος είναι υπεύθυνος για μια πατρίδα όπου χιλιάδες νέοι έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τη μετανάστευση, όποιους κινδύνους κι αν ενέχει, ως προτιμότερη μοίρα από το να μείνουν;
Αυτή η τραγωδία δεν είναι αποτέλεσμα ατομικών επιλογών ούτε απλώς μιας κακής διαχείρισης της σημερινής συγκυρίας, αλλά προϊόν μιας οικονομικής και πολιτικής δομής που βασίζεται στην εξάρτηση από το παγκόσμιο κεφάλαιο και τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι επιβάλλουν, μέσω του χρέους, πολιτικές λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση των αγορών, ενίσχυση της εξάρτησης, της ανεργίας και της επισφάλειας, ενώ ταυτόχρονα διαλύουν τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτή η κατάσταση καθιστά τη μετανάστευση, για μεγάλα τμήματα της νεολαίας, μία από τις λίγες πιθανές διεξόδους. Το χρέος δεν είναι απλώς θέμα αριθμών σε έναν προϋπολογισμό, αλλά ένας μηχανισμός που αποσκοπεί στην υποταγή των δημόσιων πολιτικών σε εξωτερικές επιταγές, στις οποίες η εξυπηρέτηση του χρέους και τα κέρδη των επενδυτών υπερισχύουν του δικαιώματος στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγαση και σε μια αξιοπρεπή ζωή.
Πριν μερικές μέρες, δημοσιεύτηκαν επίσημες εκθέσεις και εκθέσεις διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες εξυμνούσαν τα «οικονομικά επιτεύγματα» και παρουσίαζαν τους δείκτες ανάπτυξης και σταθερότητας σαν να αποτελούσαν απόδειξη της επιτυχίας αυτών των πολιτικών που εφαρμόζονται. Αλλά για ποια επιτυχία πρόκειται, όταν εκατομμύρια πολίτες αντιμετωπίζουν την ανεργία, την επισφάλεια και την απελπισία; Και για ποια ανάπτυξη μιλάμε, αν αυτή ωθεί τους πολίτες να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ή να πεθάνουν στα σύνορά της;
Αυτή η τραγωδία είναι, εξάλλου, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φύση του σημερινού πολιτικού καθεστώτος, το οποίο επέλεξε να αναδειχθεί σε βασικό εταίρο της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής για το κλείδωμα των συνόρων και τον αποκλεισμό της μετανάστευσης, σε αντάλλαγμα για πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Αντί να εγγυάται στους πολίτες το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή, ένα αυξανόμενο μέρος των μηχανισμών ασφάλειας και των ενόπλων δυνάμεων κινητοποιούνται για να αναλάβουν το ρόλο «συνοριοφυλάκων», στο πλαίσιο εξωτερικών πολιτικών που αποσκοπούν στην προστασία της Ευρώπης από τους μετανάστες, και όχι στην προστασία του δικαιώματος των λαών στην ανάπτυξη, στην ελευθερία και στην ελεύθερη κυκλοφορία.
Αυτή η λειτουργία ασφάλειας στο εξωτερικό συνοδεύεται από μια κατασταλτική πολιτική στο εσωτερικό. Το καθεστώς καταστέλλει τις διαδηλώσεις της νεολαίας και τα κοινωνικά κινήματα, περιορίζει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης, και διώκει δημοσιογράφους, μπλόγκερ και ακτιβιστές. Απαντάει στις διαδηλώσεις της Γενιάς Ζ και σε άλλα κινήματα με συλλήψεις και δίκες, αντί να ανταποκρίνεται στα αιτήματά τους. Αποκλείει από τους νέους κάθε προοπτική συμμετοχής και αλλαγής και ωθεί μεγάλο μέρος τους να θεωρήσουν τη μετανάστευση, με όλους τους κινδύνους που αυτή ενέχει, ως τη μόνη διέξοδο. Η αναγκαστική μετανάστευση και η πολιτική καταστολή είναι οι δύο όψεις της ίδιας πολιτικής: μιας πολιτικής που στερεί κάθε δικαίωμα στο μέλλον.
Η πραγματικότητα αναδεικνύει την κραυγαλέα αντίθεση ανάμεσα σε όσα διηγούνται τα επίσημα στοιχεία και στη ζωή των ανθρώπων. Ενώ τα κέρδη και ο πλούτος συσσωρεύονται στα χέρια μιας μειοψηφίας που μονοπωλεί τα προνόμια και τους πόρους, με τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων και των κερδοσκόπων να αυξάνονται συνεχώς, ο κύκλος της φτώχειας και της περιθωριοποίησης διευρύνεται, οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας επιδεινώνονται, και η πλειοψηφία του πληθυσμού αναγκάζεται να επωμιστεί το κόστος πολιτικών που δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντά της.
Γι’ αυτό η απάντηση σε αυτές τις τραγωδίες δεν βρίσκεται απλώς στους θρήνους, ούτε στην ενίσχυση της καταστολής, ούτε στο ερμητικό κλείσιμο των συνόρων, αλλά σε μια ριζική αλλαγή των πολιτικών που γεννούν τη φτώχεια, την περιθωριοποίηση και την αναγκαστική εξορία. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κοινωνική και λαϊκή ισορροπία δυνάμεων ικανή να επιβάλει μια συνολική εναλλακτική λύση. Αυτή πρέπει να σπάσει τους δεσμούς της εξάρτησης, να ακυρώσει τα άνομα χρέη και να επιβάλει τη λαϊκή κυριαρχία επί του πλούτου και επί των οικονομικών αποφάσεων. Πρέπει ακόμα να εγγυηθεί το δικαίωμα σε αξιοπρεπή απασχόληση και εισόδημα, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγαση και στις δημοκρατικές ελευθερίες. Πρέπει επίσης να κατευθύνουμε τον εθνικό πλούτο προς την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας και όχι προς τον εμπλουτισμό μιας προνομιούχης μειοψηφίας και προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εγχώριου και του ξένου κεφαλαίου.
Όσοι σπέρνουν τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, την εξάρτηση και τον δεσποτισμό δεν μπορούν παρά να θερίσουν την αντίσταση και τον αγώνα. Πράγματι, κάθε επιδείνωση των κοινωνικών ανισοτήτων γεννά περισσότερη δυσαρέσκεια, και κάθε ενίσχυση της εκμετάλλευσης, καθώς και κάθε περιορισμός των χώρων ελευθερίας, τροφοδοτούν τη βούληση για αλλαγή. Η ιστορία μας διδάσκει ότι, όταν οι λαοί συνειδητοποιούν τη σχέση μεταξύ οικονομικής εκμετάλλευσης, πολιτικής δεσποτικής εξουσίας και εξάρτησης, και οργανώνονται, τότε γίνονται ικανοί να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να επιβάλουν ένα πιο δίκαιο και αξιοπρεπές μέλλον.
Η παγκόσμια κοινωνική και δημοκρατική εναλλακτική δεν είναι ένα όνειρο που αναβάλλεται για αργότερα, αλλά μια αναγκαιότητα που επιβάλλεται από το αίμα των θυμάτων, τα βάσανα των μητέρων και τη σπατάλη του μέλλοντος ολόκληρων γενεών. Κάθε μέρα που αυτή η εναλλακτική καθυστερεί να υλοποιηθεί, το κόστος της ανθρώπινης και κοινωνικής τραγωδίας βαραίνει, ενώ μόνο οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί πληρώνουν το τίμημα.
Ο λαός μας θα αρχίσει να χαράζει τη διαδρομή του προς μια πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία μόνο όταν η κοινωνική του αντίσταση οδηγήσει στην ανασυγκρότηση οργανώσεων αγώνα με μεγάλη επιμονή, με στόχο την ικανοποίηση των ακόλουθων βασικών αιτημάτων:
– Να τερματιστεί η ποινικοποίηση της δράσης ακτιβιστών και να απελευθερωθούν όλοι οι κρατούμενοι των κοινωνικών κινημάτων, με πρώτους μεταξύ αυτών τους ακτιβιστές του Αγώνα του Ριφ και τους νέους της γενιάς Ζ, και να ανασταλούν όλες οι διώξεις εναντίον δημοσιογράφων, μπλόγκερ, καλλιτεχνών και τραγουδιστών.
– Να καταργηθούν όλες οι μορφές επισφαλούς εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, μέσω της νομιμοποίησης του συνόλου των εργαζομένων, να σταματήσει η καταχρηστική χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και να καταργηθούν οι υπεργολαβίες και η ενοικίαση εργαζομένων.
– Να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός στα 5.000 ντιράμ στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, είτε στον αγροτικό, είτε στον βιομηχανικό, είτε στον εμπορικό τομέα, είτε στον τομέα των υπηρεσιών.
– Να εγκαταλειφθούν όλες οι πολιτικές και τα μέτρα που αποσκοπούν στη μετατροπή των κοινωνικών υπηρεσιών, ιδίως της υγείας και της εκπαίδευσης, σε εμπορικές υπηρεσίες που υπόκεινται στη λογική του ιδιωτικού τομέα, και αυτό με τα ακόλουθα μέσα:
- Επαναφορά της αρχής της δωρεάν υγειονομικής περίθαλψης και νοσηλείας με την κατάργηση του διατάγματος που επιβάλλει την καταβολή εξόδων υγείας,
- Κατάργηση όλων των φορολογικών προνομίων, καθώς και όλων των διευκολύνσεων και αδειών που χορηγούνται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους επιτρέπουν να μονοπωλούν τους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης.
– Να σταματήσουν οι αρπαγές εδαφών και νερού.
- Να τερματιστεί το μονοπώλιο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων επί των ορυκτών πόρων μας. Οι πόροι αυτοί πρέπει να ανακτηθούν από τα χέρια των μεγάλων καπιταλιστικών ομίλων και η διαχείρισή τους πρέπει να εξασφαλίζεται από δημόσιες επιχειρήσεις υπό λαϊκό έλεγχο.
– Να εγκαταλειφθεί η απελευθέρωση των τιμών, ιδίως των τροφίμων, των προϊόντων πρώτης ανάγκης και των φαρμακευτικών προϊόντων, καταργώντας τον νόμο που τις απελευθερώνει. Να θεσπιστούν μηχανισμοί που αποσκοπούν στην προστασία της εσωτερικής αγοράς και της μικρής παραγωγής από τις κυκλικές διακυμάνσεις των τιμών. Αυτό συνεπάγεται τη θέσπιση και άλλων μηχανισμών για την προστασία της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, όπως με αναπροσαρμογή τιμών και μισθών, καθώς και τη διατήρηση του ταμείου στήριξης των προϊόντων πρώτης ανάγκης.
– Μια ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, προκειμένου να καθιερωθεί ένα δίκαιο καθεστώς, το οποίο να μην ρίχνει πλέον το μεγαλύτερο μέρος του φορολογικού βάρους στους μισθωτούς και τις εργατικές λαϊκές τάξεις, όπως συμβαίνει σήμερα, την ώρα που οι πλουσιότεροι -κάτοχοι χρηματοοικονομικού κεφαλαίου, μεγάλες επιχειρήσεις και κερδοσκόποι- απολαμβάνουν φορολογικές απαλλαγές. Η αναμόρφωση αυτή πρέπει να βασίζεται στην καθιέρωση ενός πραγματικού συστήματος προοδευτικής φορολογίας.
31 Ιουλίου 2026
Μετάφραση: ΤΠΤ – “4”